διαχαράσσω

διαχᾰράσσω, [dialect] Att. [suff] διαχάλ-ττω,
A sever, divide, D.H.Dem.43 ([voice] Pass.); strip off,

ἐκ τοῦ αὐχένος τὸ δέρμα Agath.4.23

; carve, give shape to, Plu. 2.636c ([voice] Pass.), cf. Ph.1.649 ([voice] Pass.); sharpen,

τὸν ὀφθαλμόν Plu.2.974b

:—[voice] Med., scrape, S.Ichn.255:—[voice] Pass.,

πέτραις -κεχαραγμένοι τὰ σκέλη Agath.4.20

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαχαράσσω — (AM διαχαράσσω, Α και ττω) μσν. νεοελλ. 1. χωρίζω τα όρια, οροθετώ 2. διαγράφω, καθορίζω τρόπο ενέργειας αρχ. 1. χωρίζω, διαιρώ 2. σκαλίζω, γλύφω, χαράζω βαθιά 3. γδέρνω 4. ορίζω, καθορίζω 5. γράφω …   Dictionary of Greek

  • διαχαρασσομένων — διαχαράσσω sever pres part mp fem gen pl διαχαράσσω sever pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχαραχθέντα — διαχαράσσω sever aor part pass neut nom/voc/acc pl διαχαράσσω sever aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχαράξαι — διαχαράσσω sever aor inf act διαχαράξαῑ , διαχαράσσω sever aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχαράξαντα — διαχαράσσω sever aor part act neut nom/voc/acc pl διαχαράσσω sever aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχαράττει — διαχαράσσω sever pres ind mp 2nd sg (attic) διαχαράσσω sever pres ind act 3rd sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχαράττομεν — διαχαράσσω sever pres ind act 1st pl (attic) διαχαράσσομεν , διαχαράσσω sever imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχαράττω — διαχαράσσω sever pres subj act 1st sg (attic) διαχαράσσω sever pres ind act 1st sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχαραττόμεναι — διαχαράσσω sever pres part mp fem nom/voc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχαραχθέντι — διαχαράσσω sever aor part pass masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχαράξαντες — διαχαράσσω sever aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.